Τυπικά κάποιος θα μπορούσε να πει ότι το debate δεν θα γίνει «για τα μάτια της Έλλης». Η Νέα Δημοκρατία φέρεται να αντέδρασε στην προτίμηση του ΣΥΡΙΖΑ προς τη συγκεκριμένη δημοσιογράφο, πλην του Νίκου Χατζηνικολάου. Όμως η αλήθεια βρίσκεται στην αναθεώρηση επικοινωνιακής τακτικής από την πλευρά της Νέας Δημοκρατίας. Ήδη από το πρωί της Τρίτης κύκλοι της Συγγρού άρχισαν να διοχετεύουν πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες στη Νέα Δημοκρατία γίνονται δεύτερες σκέψεις για τη χρησιμότητα ενός debate, ασχέτως και αν ήταν ο εκπρόσωπος της εκείνος που πρώτος έριξε το θέμα στο τραπέζι.
Πέρα από το «δραματικό» ή δραματοποιημένο κομμάτι της υπόθεσης, το ναυάγιο του debate επιβεβαιώνει για άλλη μια φορά την ανεπάρκεια της χώρας σε θέματα που άλλες, δυτικές δημοκρατίες, δεν μπαίνουν καν στη διαδικασία να συζητήσουν. Στην Ελλάδα τα debate καθορίζονται και γίνονται (αν γίνονται) ανάλογα με τους πολιτικούς συσχετισμούς, τα δυνατά ή τα αδύνατα σημεία των αρχηγών, την ατζέντα που εξυπηρετεί το κάθε κόμμα. Δεν υπάρχει ένα σαφές πλαίσιο πολιτικής δεοντολογίας εντός του οποίου να κινείται η επικοινωνία, αλλά και το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης. Και φαίνεται ότι θα αργήσουμε πολύ να αποκτήσουμε ακόμα και αυτά, τα στοιχειώδη.